26 Ιούν Η ιστορία της πόλης μας
Η ιστορία της πόλης μας
Η Νίκαια, γνωστή και ως Κοκκινιά που είναι το παλιότερο όνομά της, είναι προάστιο του Πειραιά. Βρίσκεται περίπου 4 χλμ βορειοδυτικά από το κέντρο του Πειραιά και 8 χλμ δυτικά του κέντρου της Αθήνας. Με 93.086 κατοίκους το 2001, η Νίκαια είναι μία από τις μεγαλύτερες σε πληθυσμό περιοχές του πολεοδομικού συγκροτήματος της Αθήνας. Έχει άριστη ρυμοτομία και στις κύριες οδούς συμπεριλαμβάνονται οι λεωφόροι Γρηγορίου Λαμπράκη και Πέτρου Ράλλη που συνδέονται και μεταξύ τους, ενώ η περιοχή αποτελεί την έδρα του Δήμου Νίκαιας - Αγίου Ιωάννη Ρέντη. Μετονομάστηκε σε Νίκαια τον Σεπτέμβριο του 1940 με το 271 Προεδρικό Διάταγμα. Μέχρι τότε ο δήμος λεγόταν Κοκκινιά. Για να αλλάξει το όνομα όμως έγινε πανελλήνιος διαγωνισμός με χρηματικά έπαθλα από τον τότε δήμαρχο Μήλιο. Στον διαγωνισμό συμμετείχαν 415 πολίτες απ' όλη την Ελλάδα, ακόμα και ομογενείς οι οποίοι έστειλαν την πρότασή τους. Μερικά από τα προταθέντα ονόματα ήταν τα Τροία, Φρυγία, Βασιλειάς, Φοινίκη, Ανατολή, Τραπεζούντα κ.α.. Τελικά υπερίσχυσε το Νίκαια το οποίο είχαν προτείνει 56 άτομα.
Οι πρόσφυγες της Κοκκινιάς
Ο διωγμός του 1922 είναι ένα μακρύ μεταναστευτικό οδοιπορικό, ίσως ένα από τα μεγαλύτερα της ιστορίας, καθώς η αναγκαστική μετακίνηση δυο εκατομμυρίων προσφύγων στις ακτές του Αιγαίου δημιούργησε τεράστια ανθρώπινα παλιρροϊκά κύματα, τα οποία με την ωστική δύναμή τους χάραξαν -σε κοινωνικοπολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο- τις αιγαιακές ιστορικές εξελίξεις.[1] Το Ελληνικό κράτος -για ν’ αντιμετωπίσει την άφιξη 1.500.000 προσφύγων- δημιούργησε σ’ όλη την ελληνική επικράτεια πλήθος συνοικισμών στις παρυφές των δομημένων πόλεων ή και εκτός των συνόρων αυτών. Οι Σμυρνιοί, οι Πόντιοι κι οι πρόσφυγες της λοιπής Ανατολής είναι οι κάτοικοι της Νέας Κοκκινιάς, του προσφυγικού συνοικισμού που αναπτύχθηκε στην Αττική γη μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και -ως πόλη- μετονομάστηκε, κατόπι, σε Νίκαια Αττικής. Η ιδιοτυπία της Νέας Κοκκινιάς συνίσταται στο γεγονός της συγκατοίκησης ανθρώπων που προέρχονται από διαφορετικές περιοχές της Ανατολής, διαθέτουν ξεχωριστή νοοτροπία, ποικίλες ασχολίες κι ως συνδετικό κρίκο έχουν την ελληνική καταγωγή, την ελληνική γλώσσα και την Ορθόδοξη Πίστη.[2] [1] Bourne J. Bruscino S. κ.ά, 1922. Ο μεγάλος ξεριζωμός. Η μεγαλύτερη μετακίνηση πληθυσμών στην ιστορία, Νational Geographic 1925, σ. 40. [2] Παπαδοπούλου Α., Η Αττική Νίκαια, Νίκαια 2003, σ. 9.

Ο Θεμέλιος λίθος
Ο θεμέλιος λίθος του προσφυγικού συνοικισμού της Νέας Κοκκινιάς τέθηκε στις 18 Ιουνίου 1923. Εκεί στεγάστηκαν 6.390 οικογένειες σε 4.484 παραπήγματα, ενώ μέχρι το 1925 είχαν κτισθεί 10.000 δωμάτια για 45.000 οικογένειες. Για την οικοδόμησή τους εργάστηκαν 4.000 πρόσφυγες, μεταξύ των οποίων 900 γυναίκες. Παράλληλα, σχεδιάστηκαν οι δρόμοι, που έλαβαν τις ονομασίες τους απ’ τις πόλεις της Ανατολής με αλφαβητική σειρά, μετά από πρόταση του Σμυρναίου αρχαιολόγου Στίλπωνα Πιττακή (π.χ. οδός Αγκύρας, Αϊδινίου, Αδάνων, Ατταλείας, Βοσπόρου, Γρανικού, Επταλόφου, Εφέσου, Ικονίου, Κορδελιού, Μ. Ασίας, Μουδανιών, Σμύρνης, κ.ά.).
Πληθυσμός
Η επίσημη απογραφή στις 15-5-1928 αναφέρει ότι στο συνοικισμό της Νέας Κοκκινιάς διαβιούσαν 33.332 ψυχές. Το 1936 ο πληθυσμός ανερχόταν στους 53.200 κατοίκους, δίνοντας στην πόλη την πέμπτη θέση στην ελληνική επικράτεια. Η εφημερίδα ΧΡΟΝΟΣ έγραφε την Κυριακή 9-10-1938 ότι ο συνοικισμός της Νέας Κοκκινιάς αποτελούσε την τρίτη πόλη της Αττικής μετά την Αθήνα και τον Πειραιά. Η ίδια εφημερίδα στις 25-2-1939 σημειώνει πως ο πληθυσμός της Κοκκινιάς ανέρχεται στους 75.000 κατοίκους, ενώ το 1940 αγγίζει τις 80.000.[1] Σύμφωνα με την απογραφή του 2001 το ανθρώπινο δυναμικό της Νίκαιας αριθμεί 93.086 κατοίκους. Η πληθυσμιακή αύξηση που παρατηρείται με το πέρας του χρόνου είναι φυσική κι αναμενόμενη εξαιτίας: α) της εγκατάστασης πλήθους νέων -εσωτερικών κι εξωτερικών- μεταναστών, β) της συνένωσης των Δήμων, οπότε το 2011 ο Δήμος Νίκαιας ενώνεται με το Δήμο Αγ. Ιωάννη Ρέντη υπό την κοινή ονομασία Δήμος Νίκαιας-Αγ. Ιωάννη Ρέντη. Ο συνοικισμός των προσφύγων της Κοκκινιάς, η μετέπειτα Νίκαια και ως εκ τούτου ο ενιαίος σήμερα Δήμος Νίκαιας-Αγ. Ιωάννη Ρέντη, μπορεί να θεωρηθεί ο μεγαλύτερος προσφυγικός Δήμος της Αττικής κι ο δεύτερος μεγάλος προσφυγογενής Δήμος -μετά τη Θεσσαλονίκη- στην Ελλάδα.[2] [1] Παπαδοπούλου Α., Η Αττική Νίκαια , ό. π., σ. 6-7, 11-12, 57. [2] Στο ίδιο, σ. 6.
Ονομασία
Υπάρχουν τρεις εκδοχές σχετικά με την ονομασία και την προέλευση του ονόματος Κοκκινιά. Η πρώτη εκδοχή, ότι η πόλη πήρε την ονομασία της από το μηχανικό που έχτισε την Κοκκινιά -τον Δημήτρη Κόκκινο- δεν είναι ευσταθής, γιατί η περιοχή της Παλαιάς Κοκκινιάς προϋπήρχε. Η δεύτερη εκδοχή, ότι η Κοκκινιά πήρε τ’ όνομά της λόγω της ύπαρξης κοκκινοχώματος είναι, επίσης, αβάσιμη, γιατί το κόκκινο χώμα προερχόταν από το εργοστάσιο κεραμοποιίας του Δηλαβέρη, που το προμηθευόταν απ’ τη Χαλκίδα και το Μπογιάτι. Η επικρατέστερη άποψη είναι πως η Παλαιά Κοκκινιά πήρε τ’ όνομά της απ’ την προγενέστερη ονομασία της περιοχής “Κοκκινάδα”. Η Κοκκινάδα ήταν κατάφυτη από παπαρούνες, γεγονός που το μαρτυρούν όσοι ευτύχησαν να τη δουν κατακόκκινη κι έπαιξαν -ως παιδιά- με το πορφυρό άνθος της παπαρούνας, το οποίο χτυπώντας το με το χέρι έσκαγε κυριολεκτικά στην παλάμη τους.[1] [1] Μιχαηλίδης Σίμος, Η Γέννηση της Κοκκινιάς, Πειραιάς 1993, σ. 20.
Οικίες

Τα οικήματα του συνοικισμού της Κοκκινιάς ήταν -ως επί το πλείστον- ισόγειες κατασκευές αποτελούμενες από ένα δωμάτιο, μια μικρή κουζίνα, ένα κοινό χώρο υγιεινής. Κάθε οικογένεια, ανεξαρτήτως μελών, διαβίωνε σε 36 τ.μ..
Υπήρχαν κι άλλες αρχιτεκτονικές μορφές όπως: τα διώροφα συγκροτήματα που δημιουργούν τετράγωνα εντός των οποίων υπάρχει ένα ανοικτό αίθριο για κοινόχρηστους χώρους (π.χ. πλυντήρια) ή οι διώροφες κατοικίες -με τις ίδιες αναλογίες- που στέγαζαν δυο οικογένειες. Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν τα “Γερμανικά” στη βόρεια πλευρά του συνοικισμού: οι γερμανικές παράγκες που έστειλαν οι Γερμανοί ως αποζημίωση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι οποίες στεγάζουν -μέχρι σήμερα- πρόσφυγες που δεν μπόρεσαν ν’ αποκατασταθούν μ’ άλλον τρόπο. Η αυτοστέγαση των προσφύγων ήταν ένας ακόμη τρόπος κατοίκισης. Ευτελείς και πρόχειρες κατασκευές στήνονταν σε προσφυγικά οικόπεδα, τα οποία αγόρασαν οι ίδιοι οι πρόσφυγες ή τους παραχωρήθηκαν απ’ το κράτος. Κύριο χαρακτηριστικό όλων των τύπων κατοικιών, εκτός των ιδιωτικών, ήταν η ομοιομορφία που έδινε την εικόνα της αναγκαστικής κι επιβεβλημένης εξομοίωσης των κατοίκων.[1]

Το εσωτερικό των σπιτιών εντυπωσίαζε με την καθαριότητα και την τάξη που επικρατούσε σ’ αυτό, αν και τα περιορισμένα δωμάτια ασφυκτιούσαν από τα χρηστικά αντικείμενα, τ’ απαραίτητα για την καθημερινή διαβίωση των ενοίκων. Ο μπουφές με τα γυαλικά, η τραπεζαρία, η γωνιά των ρούχων κι οι συμπληρωματικές ντιβανοκασέλες ήταν τα συνήθη υπάρχοντα είδη των σπιτιών, ενώ αν δεν διέθεταν περισσευούμενο δωμάτιο μπορούσε κανείς στον ίδιο χώρο να συναντήσει τη ντουλάπα, το ψυγείο, ακόμη και το διπλό κρεβάτι του ζευγαριού.[2]

in Piraeus, εκδ.οικ. Berghahn Books, N.Y. & Oxford, 1989/1988, σ. 134.
Συνθήκες διαβίωσης

Η απουσία έργων υποδομής, η έλλειψη αποχετευτικού δικτύου, η ανυπαρξία ηλεκτρικού ρεύματος, η λειψυδρία, τα κοινόχρηστα αρχικά αποχωρητήρια, η στενότητα των χώρων διαβίωσης, η σκόνη κι η λάσπη των δρόμων, η ανέχεια διαφοροποιούσαν κατά πολύ τη ζωή των προσφύγων, οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν βιαίως κι ακουσίως τη γενέθλια γη, με όλα τα καλά που τους παρείχε: ασφάλεια, άνεση, κατοικία, κοινωνικό περίγυρο, εργασία. Τον πρώτο καιρό οι πρόσφυγες της Κοκκινιάς βίωσαν τη φτώχεια, την αρρώστια, την πείνα. Οι επιδημίες θέριζαν τις παράγκες, ενώ τα συσσίτια κράταγαν μόλις και μετά βίας τους ανθρώπους στη ζωή.[1]

Η ανασύσταση της ζωής στην προπολεμική Νίκαια
Η αναδιοργάνωση της ζωής στον προσφυγικό συνοικισμό συνδυάζει την απόλυτη φτώχεια του παρόντος με τον πολιτισμικό εξοπλισμό του παρελθόντος, αυτόν που κουβάλησαν οι πρόσφυγες απ΄ τις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Έτσι, η ζωή στην Κοκκινιά χαρακτηρίζεται από το ήθος, τους ιδιαίτερους επικοινωνιακούς τρόπους, την κοινωνικότητα, την εξωστρέφεια, την επινοητικότητα, την κουλτούρα, την επιχειρηματικότητα, την εξοικείωση με τη ζωή της σύγχρονης πόλης, τον αναβαθμισμένο ρόλο και τη συμμετοχή των γυναικών στην κοινωνική ζωή. Η Κοκκινιά συνιστά ένα παράδειγμα γρήγορης υλοποίησης αυτών των πολιτισμικών αποταμιευμάτων, γιατί από νωρίς η πληθυσμιακή πυκνότητα των κατοίκων δημιούργησε την υλική βάση για την πλοκή των αστικών σχέσεων. Η επιχειρηματικότητα των προσφύγων εκδηλώνεται με πλήθος επιχειρηματικών δράσεων. Κορυφαία ενασχόλησή τους είναι η ταπητουργία. Η αγορά αποτελεί, επίσης, έναν κόμβο ανταλλαγών όπου αποδεικνύονται εμπράκτως η γνώση, η ευρυμάθεια και το πολύπλευρο ταλέντο των προσφύγων, οι οποίοι εργάζονται συστηματικά την ημέρα και διασκεδάζουν το βράδυ, εκτονώνοντας -μέσω διαφόρων μορφών τέχνης- τον καθημερινό μόχθο και κάματο. [1] [1] Προύσαλη Ε. κ.ά., Τα προσφυγικά σπίτια της Νίκαιας, ό. π., σ. 24-29.
Πολιτισμική ταυτότητα
Η κυρίαρχη αίσθηση της ξεχωριστής ταυτότητας των προσφύγων είχε μια έντονη πολιτισμική διάσταση και στηριζόταν κυρίως στις μνήμες, τις οποίες διατηρούσαν ζωντανές και προσπαθούσαν να τις ενσωματώσουν οι πρόσφυγες στο νέο τρόπο ζωής τους. Η μνήμη λειτουργεί ως μέσο πολιτισμικής επιβίωσης. Η αναφορά στον τόπο καταγωγής, η αφοσίωση στα τοπικά χαρακτηριστικά, η συνάρτηση της τοπικής και της θρησκευτικής ταυτότητας είναι τα στοιχεία που συγκροτούν τον ιδιαίτερο πολιτισμικό χαρακτήρα της Κοκκινιάς, η οποία με την άφιξη των προσφύγων “μυρίζει” Ανατολή. Είναι γεγονός ότι απ’ όλες τις συνοικίες, η Κοκκινιά παρουσίαζε τη μεγαλύτερη κίνηση σε θεάματα και νυχτερινή ζωή. Η πολυπληθής προσφυγούπολη -με τους λασπωμένους χωματόδρομους, το συνωστισμό των πλινθόκτιστων σπιτιών, την έλλειψη νερού, την ανυπαρξία αποχετευτικού δικτύου, την καθημερινή μάχη για το μεροκάματο- δεν έπαψε να γελά και να διασκεδάζει, γιατί μόνον έτσι ήξερε να ζει. Όσο περισσότερο υπέφεραν οι πρόσφυγες τόσο περισσότερο επιζητούσαν την εκτόνωση σαν γιατρικό στις αντιξοότητες της ζωής. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα τίποτε δεν έλειπε απ’ τον προσφυγικό συνοικισμό. Οι πρόσφυγες είχαν μάθει να τα έχουν όλα και διεκδικούσαν τα πάντα. Έτσι, έφτιαξαν εκ του μηδενός τα σπίτια τους, έχτισαν εξαρχής τις εκκλησιές τους, δημιούργησαν τους ζωτικούς πυρήνες της πόλης, όπου δέσποζαν τα χαρακτηριστικά της πατρίδας τους: η μουσική, το τραγούδι, το θέατρο, ο κινηματογράφος, ο αθλητισμός.[1] [1] Παπαδοπούλου Α., Η Αττική Νίκαια, Νίκαια , ό. π., σ. 8-13.
Η εκκλησία και οι ναοί της Κοκκινιάς
Παράλληλα με την εξοικονόμηση τροφής, εργασίας, κατοικίας φρόντισαν οι Μικρασιάτες πρόσφυγες να στεγάσουν και τους ξενιτεμένους Αγίους, τους οποίους κουβαλούσαν ολοζώντανους στην ψυχή τους. Αρχικά έστησαν αντίσκηνα κι αργότερα ξύλινα παραπήγματα για να εναποθέσουν τα εικονίσματα, τα ιερά σκεύη, τα Δεσποτικά, τα τέμπλα και τους Άμβωνες που μετέφεραν από τις Αλησμόνητες Πατρίδες της Ελληνικής Ανατολής. Αν κι οι ίδιοι έφτασαν ξυπόλητοι και γυμνοί στον τόπο της προσφυγιάς, τα εικονίσματα ήταν τα μόνα αγαθά που κουβάλησαν μαζί τους ως αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής τους.[1] Η εκκλησία ενσωμάτωνε τόσο τη δημόσια, όσο και την πνευματική ζωή της κοινότητας. Οι ειδικοί δεσμοί των προσφύγων με το παρελθόν τους μπορούσαν να εκδηλωθούν μες στα πλαίσια της εκκλησίας, η οποία αποτελούσε μια σαφή αναφορική πηγή και λειτουργούσε ως σταθερό σημείο προσανατολισμού και κατευθυντήρια δύναμη.[2] Ψυχή των θρησκευτικών συναισθημάτων των προσφύγων ήταν ο από Σεβαστείας Γερβάσιος, ο οποίος συγκέντρωσε όλα τα εκκλησιαστικά κειμήλια της Καισαρείας και μετά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας στη Μερσίνη, τα τοποθέτησε σε 38 κιβώτια κι επιβιβάστηκε μαζί μ’ αυτά και τα Ιερά Τέμπλα στο πλοίο και τα έφερε στον Πειραιά το 1924. Τα περισσότερα τα πρόσφερε στους ναούς της Νίκαιας, στην ανέγερση των οποίων έπαιξε κύριο και καθοριστικό ρόλο.[3]

The Social Life of Asia Minor Refugees in Piraeus, ό. π., σ. 195.
και Ανάστασης, εκδ. Δήμου Νίκαιας 2001, σ. 38.
Εκπαίδευση
Η έμπρακτη δυναμική των προσφύγων αποδεικνύεται σ’ όλα τα επίπεδα, αφού διεκδικούν και κερδίζουν εκτός από τα βιοποριστικά και τα πνευματικά και τα πολιτισμικά αγαθά. Προτού αρχίσουν να κτίζονται τα πρώτα οικήματα στην Ν. Κοκκινιά, όντας οι κάτοικοι στα αντίσκηνα και τα παραπήγματα, επιχειρούν ν’ ανασυγκροτήσουν την εκπαίδευση των παιδιών τους που είχε διακοπεί εξαιτίας του ξεριζωμού. Τα πρώτα σχολεία λειτούργησαν μες στα πλυντήρια ή τα αντίσκηνα ναούς που είχαν στηθεί στο συνοικισμό. Εκεί, δίδαξαν τα προσφυγόπουλα οι δάσκαλοι κι οι δασκάλες της Κοκκινιάς. Η Μαριάνθη Σκαλά, η πρώτη δασκάλα του συνοικισμού, αγωνίσθηκε μ’ όλες τις δυνάμεις της για να της παραχωρηθούν τρία πλυντήρια, ώστε το 1923 να τα χρησιμοποιήσει ως διδακτήρια και μόχθησε πραγματικά προκειμένου να κατασκευαστούν οι πάγκοι θρανία των μικρών μαθητών. Μ’ ένα κουδούνι στο χέρι το 1924 έβγαινε στο άνοιγμα της σκηνής του Αγίου Νικολάου και καλούσε τους γονείς να φέρουν τα παιδιά στο -αυτοσχέδιο- σχολείο. Οι προσπάθειές της για τη δημιουργία σχολείων κράτησαν τρία χρόνια κι εστιάστηκαν -κυρίως- στην εύρεση χρηματοδοτών. Απευθύνθηκε σε βιοτεχνίες, βιομηχανίες, ταπητουργίες, προκειμένου να εξασφαλίσει τους οικονομικούς πόρους που θα προωθούσαν το σκοπό της να στεγαστούν οι μαθητές και να μορφωθούν στα σχολεία της πόλης. To 1924 ιδρύθηκε το πρώτο Δημοτικό σχολείο μεταξύ των οδών Βοσπόρου-Καισαρείας-Ιωνίας, το οποίο το 1925 ονομάσθηκε Πρώτο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων. Το κτίριο υπέστη ζημιές στη διάρκεια της Κατοχής, όπως και διάφορα άλλα σχολεία της Κοκκινιάς, τα οποία κατασκευάσθηκαν με ιδιαίτερο κόπο κι εντατικές προσπάθειες το καθένα.[1] [1] Παπαδοπούλου Α., Η Αττική Νίκαια, Νίκαια , ό. π., σ. 41-42.
Το σχολείο μας
Το 7ο Δημοτικό Σχολείο Νίκαιας, που βρίσκεται επί της Θεσσαλίας και 28ης Οκτωβρίου στη Νίκαια είναι ένα από τα πρώτα σχολεία που ιδρύθηκαν στην πόλη. Ιδρύθηκε το 1929 - από τους πρόσφυγες, που έφτασαν εδώ μετά την Μικρασιατική καταστροφή- ως 56ο Δημοτικό Σχολείο Γερμανικών. Περισσότερα διαβάστε ΕΔΩ.
Τοπικές εφημερίδες
Από πολύ νωρίς εμφανίστηκαν οι τοπικές εφημερίδες, αφού το πνευματικό δυναμικό των προσφύγων της Κοκκινιάς ζητούσε απεγνωσμένα βήμα έκφρασης. Το περιεχόμενό τους κάλυπτε ένα ευρύ πεδίο θεμάτων, μιας και στις στήλες των εφημερίδων -εκτός από τα τοπικά νέα και τις διεκδικήσεις των προσφύγων έναντι της πολιτείας- μπορούσε κάποιος να διαβάσει άρθρα που αφορούσαν τις τέχνες, την πολιτική, αναγγελίες εκδηλώσεων (διαλέξεων, χοροεσπερίδων, ποιητικών συναντήσεων κ.ά.). Αναφέρουμε ενδεικτικά -με χρονολογική σειρά εμφάνισης- κάποιες απ’ τις εφημερίδες αυτές: Νέα Κοκκινιά (1925), Κοκκινιά (1926),Προσφυγικό Βήμα (1931), Αναγέννησις (1932), Ταχυδρόμος (1933), Εμπρός, Ελεύθερος Κόσμος, Νέος Αγών (1934), Νέον Βήμα (1935), Αναμόρφωσις, Θάρρος(1937), Θεία Πρόνοια, Παρατηρητής (1938), Νέα Ιδέα (1939).[1] Μέσα στα πλαίσια αυτής της δημοσιογραφικής παραγωγής ιδρύθηκε το 1932 η Ένωση Προσφύγων Δημοσιογράφων Κοκκινιάς κι αργότερα η Ένωση Συντακτών Νίκαιας, οι οποίες ανέπτυξαν έντονη δημοσιογραφική δράση προπολεμικά και μεταπολεμικά. Στην μεταπολεμική Κοκκινιά συναντάμε τις εφημερίδες: Τοπικά Νέα, Κοκκινιά μας, Ελληνική Πατρίδα, Νέα Ιδέα, Φίλαθλος Νίκαιας, Λαϊκό Βήμα, Παρατηρητής, Ταχυδρόμος, Αναγέννηση, Μαχητής, Φωνή Νίκαιας, Νίκη, Φωνή Μαγνησίας, Νίκαια, Ελεύθερη Γνώμη, Αθλητικά Νέα και τη σατυρική φυλλάδα Εξ Αμάξης.[2] [1] Προύσαλη Ε. κ.ά., Τα προσφυγικά σπίτια της Νίκαιας, ό. π., σ. 34 και Παπαδοπούλου Α., Η ΑττικήΝίκαια, Νίκαια , ό. π., σ. 28-29. [2] Παπαδοπούλου Α., Η Αττική Νίκαια, ό. π., σ. 28.
Τοπικές εφημερίδες
Από πολύ νωρίς εμφανίστηκαν οι τοπικές εφημερίδες, αφού το πνευματικό δυναμικό των προσφύγων της Κοκκινιάς ζητούσε απεγνωσμένα βήμα έκφρασης. Το περιεχόμενό τους κάλυπτε ένα ευρύ πεδίο θεμάτων, μιας και στις στήλες των εφημερίδων -εκτός από τα τοπικά νέα και τις διεκδικήσεις των προσφύγων έναντι της πολιτείας- μπορούσε κάποιος να διαβάσει άρθρα που αφορούσαν τις τέχνες, την πολιτική, αναγγελίες εκδηλώσεων (διαλέξεων, χοροεσπερίδων, ποιητικών συναντήσεων κ.ά.). Αναφέρουμε ενδεικτικά -με χρονολογική σειρά εμφάνισης- κάποιες απ’ τις εφημερίδες αυτές: Νέα Κοκκινιά (1925), Κοκκινιά (1926),Προσφυγικό Βήμα (1931), Αναγέννησις (1932), Ταχυδρόμος (1933), Εμπρός, Ελεύθερος Κόσμος, Νέος Αγών (1934), Νέον Βήμα (1935), Αναμόρφωσις, Θάρρος(1937), Θεία Πρόνοια, Παρατηρητής (1938), Νέα Ιδέα (1939).[1] Μέσα στα πλαίσια αυτής της δημοσιογραφικής παραγωγής ιδρύθηκε το 1932 η Ένωση Προσφύγων Δημοσιογράφων Κοκκινιάς κι αργότερα η Ένωση Συντακτών Νίκαιας, οι οποίες ανέπτυξαν έντονη δημοσιογραφική δράση προπολεμικά και μεταπολεμικά. Στην μεταπολεμική Κοκκινιά συναντάμε τις εφημερίδες: Τοπικά Νέα, Κοκκινιά μας, Ελληνική Πατρίδα, Νέα Ιδέα, Φίλαθλος Νίκαιας, Λαϊκό Βήμα, Παρατηρητής, Ταχυδρόμος, Αναγέννηση, Μαχητής, Φωνή Νίκαιας, Νίκη, Φωνή Μαγνησίας, Νίκαια, Ελεύθερη Γνώμη, Αθλητικά Νέα και τη σατυρική φυλλάδα Εξ Αμάξης.[2] [1] Προύσαλη Ε. κ.ά., Τα προσφυγικά σπίτια της Νίκαιας, ό. π., σ. 34 και Παπαδοπούλου Α., Η ΑττικήΝίκαια, Νίκαια , ό. π., σ. 28-29. [2] Παπαδοπούλου Α., Η Αττική Νίκαια, ό. π., σ. 28.
Οι πρώτοι σύλλογοι
Η ανάγκη επικοινωνίας των πνευματικών ανθρώπων της κοινότητας (καλλιτεχνών, διανοουμένων, επιστημόνων, φοιτητών) οδήγησε στη δημιουργία σωματείων και συλλόγων, που έδωσαν στις πιο ανήσυχες καλλιτεχνικές μορφές της πόλης τη δυνατότητα της πνευματικής συνάντησης, της ανταλλαγής απόψεων, της έκφρασης κοινών ενδιαφερόντων και προβληματισμών. Οι φοιτητές της εποχής ίδρυσαν το 1933 το πρώτο σωματείο, τη Φοιτητική Ένωση Κοκκινιάς (ΦΕΚ). Ακολούθησε ο Φοιτητικός Όμιλος το 1935. Από τη συγχώνευση των δυο σωματείων προέκυψε ο δυναμικός Φοιτητικός Σύνδεσμος Κοκκινιάς, ο οποίος ήταν πρωτεργάτης σε κάθε πολιτιστική κίνηση της πόλης, εξέφραζε μαχητικά τους κοινωνικούς προβληματισμούς της εποχής και διακρινόταν για την κοινωνική μέριμνα και την ενεργό δράση του. Παράλληλα εμφανίστηκε κι η Ένωση Επιστημόνων, η οποία αποτελείτο από δικηγόρους, γιατρούς, μηχανικούς παιδαγωγούς, κάλυπτε κυρίως το επιστημονικό φάσμα και το ερευνητικό πεδίο κι αποτελούσε ένα σωματείο κοινωνικής αρωγής και πρόνοιας, που ενδιαφερόταν για τα ζητήματα επιστημονικής φύσεως. Φρόντιζε, επίσης, για την ανέγερση σχολείων, την ίδρυση βιβλιοθηκών, την επίλυση ζωτικών κοινωνικών θεμάτων. Στον τομέα των γραμμάτων και των τεχνών συγκροτείται τη διετία 1932- 1933 ένας κύκλος πνευματικών ανθρώπων, που συναντιούνται σε φιλικά σπίτια ή σε κάποιο καφενείο του Αγίου Νικολάου, προκειμένου να βρουν τρόπους για συντονισμένη δράση στα θέματα του πολιτισμού. Έτσι, δημιουργήθηκε ο Φιλολογικός Σύλλογος, ο οποίος ήταν το πνευματικό λίκνο των σημαντικότερων προσωπικοτήτων της Κοκκινιάς, στους κόλπους του οποίου γαλουχήθηκε, ανατράφηκε κι άνθησε η πνευματική γενιά της πόλης. Πλήθος διακεκριμένων προσωπικοτήτων -στο χώρο της τέχνης- προήλθαν απ’ το πνευματικό καλλιτεχνικό ορμητήριο του Φιλολογικού Συλλόγου, όπως οι συγγραφείς: Σ. Ευστρατιάδης, Α. Γιαλούρης, Ι. Μελάς, Δ. Λιάτσος, οι ποιητές: Σ. Σκούταρης, Δ. Παπαδίτσας, Γ. Μετσόλης, Ε. Κακναβάτος, οι ζωγράφοι: Δ. Τηνιακός, Γ. Τουφεξιάν, Μ. Νικολινάκος κ.ά..[1] [1] Προύσαλη Ε. κ.ά., Τα προσφυγικά σπίτια της Νίκαιας, ό. π., σ. 34-35.
Επαγγέλματα
Η έλλειψη καλλιεργήσιμης γης οδήγησε τους κατοίκους της Κοκκινιάς στην αναζήτηση εργασίας στα εργοστάσια, τις βιοτεχνίες και τις ιδιωτικές εργασίες. Η πλειονότητα των κατοίκων ήσαν εργάτες, τεχνίτες, υπάλληλοι, ξυλουργοί, οικοδόμοι, ενώ μεγάλος αριθμός εργάζονταν εκτός πόλεως και για το λόγο αυτό διεκδικούσαν τακτικότερη συγκοινωνία κι επέκταση των μεταφορικών γραμμών. Μόλις το 12% των ανδρών ασχολούνταν μ’ επιδέξια επαγγέλματα, ήσαν, δηλαδή, ραφτάδες, μάγειροι, τυπογράφοι, παπουτσήδες, ξυλουργοί, κουρείς, ενώ μόνο το 7% δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο κι οι περισσότεροι εξ αυτών ήσαν πλανόδιοι πωλητές, παντοπώλες, καφετζήδες. Η μειοψηφία των Κοκκινιωτών στρέφονταν στη θάλασσα, γίνονταν ναυτικοί και μερικοί μόνον εργάζονταν ως δημόσιοι υπάλληλοι, μια όντως περιζήτητη θέση εξαιτίας της μισθολογικής ασφάλειας που προσέφερε. Πολλοί πρόσφυγες εργάζονταν, επίσης, στην καπνοβιομηχανία, στα εργοστάσια τσιγάρων Παπαστράτος και Κεράνης, τα οποία απασχολούσαν μεγάλο αριθμό προσφύγων που κατοικούσαν στα περίχωρα του Πειραιά.[1] Η οικονομική δυσπραγία των προσφύγων, καθώς κι η έλλειψη αντρών μες στα σπίτια -λόγω θανάτου ή αιχμαλωσίας- οδήγησε τις γυναίκες στην ανάγκη εύρεσης εργασίας προκειμένου να θρέψουν τ’ αδύναμα μέλη της οικογένειας, τους γέροντες και τα παιδιά. Η γυναίκα της Κοκκινιάς δούλεψε ως εργάτρια, παραδουλεύτρα, υπάλληλος, δακτυλογράφος, μαγείρισσα. Η χειραφέτησή της ήταν γεγονός χάρη της πρωτοβουλίας, του δυναμισμού, της ικανότητας που τη διέκριναν, αλλά και λόγω της βιοτικής ανάγκης που της επιβαλλόταν. Ουσιαστικά οι γυναίκες καλέστηκαν να φυτέψουν μια χώρα μέσα σε μιαν άλλη χώρα, ν’ αναβιώσουν τις συνήθειες, τα ήθη, τα έθιμα και τον πολιτισμό της πατρίδας τους στον τόπο που βρέθηκαν, ένα αίτημα ζωής που το κατέκτησαν κι έναν άθλο κοινωνικό που τον κατόρθωσαν με πραγματικά αξιοθαύμαστο τρόπο.[2] Στην Κοκκινιά λειτουργούσαν δώδεκα ταπητουργεία με 500 εργάτες, τα πλινθοποιεία ΔΗΛΑΒΕΡΗ, τα χρωματουργεία ΒΙΒΕΧΡΩΜ, ασβεστουργεία, βαμβακουργεία, υποδηματοποιεία, υφαντουργεία, πλεκτήρια, κουφετοποιεία, κ.ά.. Η πόλη διέθετε καταστήματα όλων των ειδών: εμποροραφεία, κουρεία, κομμωτήρια, πηλοποιεία, οινοζυθοπωλεία, χαλβατζίδικα, μαγειρεία, παντοπωλεία, κρεοπωλεία, εστιατόρια, ταβέρνες, καταστήματα λευκών ειδών, κ.λ.π.. Λειτουργούσαν, επίσης, λαϊκές αγορές, ψαραγορά, πλανόδιοι πωλητές κ.ά.. Ενδιαφέρον είναι ότι πολλά επαγγέλματα που σήμερα έχουν εκλείψει, ανθούσαν στην προσφυγούπολη Κοκκινιά και προσέδιδαν ένα ιδιαίτερο χρώμα στον εργασιακό χαρακτήρα της πόλης. Συναντούσες, δηλαδή, τον εφαπλωματοποιό (παπλωματά), το λούστρο, τον τσαγκάρη, το στιλβωτή, τον παγοπώλη, το σανοπώλη, τον καρβουνιάρη, τον παλιατζή, τον εφημεριδοπώλη, τον καρεκλά, το σκουπά, το γανωτζή, τον ποδηλατά, τον ομπρελά, την καπελού, τη μανταρίστρα, το νερουλά, το γαλατά, τον παγωτατζή, το μπουγατσά, τον πραγματευτή κ.ά.. [3] [1] Renee Hirshon, Heirs of the Greek Catastrophe, ό. π., σ. 69. [2] Μιχελή Λίζα, Πειραιάς. Από το Πόρτο Λεόνε στη Μαγχεστρία της Ανατολής, Αθήνα 1988, σ. 183. [3] Παπαδοπούλου Α., Η Αττική Νίκαια, Νίκαια , ό. π., σ. 34-38.
Περίοδος κατοχής
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ Οι διεθνείς συγκυρίες έβαλαν σε νέες δοκιμασίες τη χώρα. Με τη συμμετοχή της Ελλάδας στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Κοκκινιά, πριν καλά-καλά ανασάνει από τον πόνο του ξεριζωμού και προτού ολοκληρώσει την προσπάθεια ν’ αναστήσει μες στα ερείπια της προσφυγιάς το συγκροτημένο της πρόσωπο, μάτωσε ξανά και μάλιστα με τρόπο απερίγραπτα τραγικό. Αυτά μαρτυρούν τα γεγονότα της Κατοχής κι η πάνδημη συμμετοχή της πόλης στον αντιστασιακό αγώνα για την προάσπιση της ελευθερίας και την ανεξαρτησία των εθνικών δικαιωμάτων. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Το πλήγμα που υφίσταται η Ελλάδα την περίοδο του 1940 είναι διπλό. Αφενός προσπαθεί ν’ αποκρούσει την ιταλική επίθεση, αφετέρου δέχεται την εισβολή του γερμανικού ναζισμού και υφίσταται τις ολέθριες συνέπειες ενός παράλογου πολέμου. Στο μέτωπο τα στρατεύματα αντιστέκονται σθεναρά πληρώνοντας βαρύτατο φόρο τιμής κι αίματος, ενώ -μετά την κατάρρευση του μετώπου και την εισβολή των Γερμανών- στις πόλεις ο ελληνικός λαός αντιμετωπίζει πρόβλημα επιβίωσης. Η αντίσταση είναι η μόνη διέξοδος στην οδυνηρή πολιτική και οικονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα. Για το λόγο αυτό σύντομα δημιουργούνται μικρές αντιστασιακές οργανώσεις, όπως η Εθνική Αλληλεγγύη, που έχουν υποστηρικτικό ρόλο στην επιτακτική ανάγκη του επισιτισμού. Το ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο) κατάφερε -σε εθνική πλέον κλίμακα- να ενώσει την πλειοψηφία του ελληνικού λαού και να τροφοδοτήσει τ’ όραμα της ελεύθερης Ελλάδας. Από τα σπλάχνα του ΕΑΜ ξεπήδησε το ένοπλο τμήμα του ΕΛΑΣ (Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός). Σκοπός του λαϊκού στρατού ήταν η απελευθέρωση της χώρας απ’ τους ξένους κατακτητές, η περιφρούρηση των κατακτήσεων του λαού, η προάσπιση των ελευθεριών του, η εξασφάλιση της τάξης μέχρι τη διεξαγωγή των εκλογών, έτσι ώστε ο λαός να μπορεί να εκφράσει ελεύθερα τη βούλησή του. Το ένοπλο λαϊκό μέτωπο προξένησε τρομερές καταστροφές στους κατακτητές κι απασχόλησε συστηματικά 10 γερμανικές μεραρχίες, οι οποίες στόχευαν στη διάλυσή του. Το ΕΑΜ συσπείρωσε τους Έλληνες κι αποτέλεσε τη σημαντικότερη αντιστασιακή οργάνωση την περίοδο της Κατοχής. Στο σώμα του ΕΑΜ και στο στρατό του ΕΛΑΣ εντάχτηκαν αγωνιστές κάθε ηλικίας που επιθυμούσαν την απελευθέρωση της πατρίδας και την προκοπή του τόπου. Πολέμιοι των αντιστασιακών κινημάτων ήταν τα Τάγματα Ασφαλείας κι οι ντόπιοι συνεργάτες των Γερμανών. Στην Κοκκινιά έλαχε να γραφτούν κάποιες καίριες σελίδες της Εθνικής Αντίστασης την περίοδο της Κατοχής. Η Μάχη της Κοκκινιάς και το Μπλόκο της πόλης αποτελούν δυο αιματηρά κεφάλαια απαράμιλλης γενναιότητας, ηρωισμού και αυτοθυσίας. Η επιλογή της Κοκκινιάς για την εφαρμογή του Μπλόκου δεν ήταν τυχαία, αφού η πόλη τα χρόνια εκείνα συμμετείχε ενεργά στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Ο λαός -σχεδόν στο σύνολό του- είχε οργανωθεί στην Εθνική Αντίσταση. Το ΕΑΜ Κοκκινιάς ήταν η πιο ισχυρή μαζική οργάνωση από τις τέσσερις που διέθετε το ΕΑΜ σ’ ολόκληρη την περιοχή του Πειραιά. Επιπροσθέτως, στη συμβολή των οδών Τζαβέλλα κι Αιτωλικού έδρασε το παράνομο τυπογραφείο της Κοκκινιάς, το οποίο στήθηκε στην πόλη την άνοιξη του 1943. Τα μπλόκα που πραγματοποιήθηκαν την περίοδο της Γερμανοφασιστικής Κατοχής ήταν καλά σχεδιασμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις -με σαφή στρατιωτική οργάνωση- κι έλαβαν χώρα σε συνοικίες που είχαν αναπτυγμένη αντιστασιακή δράση, βαθιές ιδεολογικές ρίζες και ισχυρές ψυχικές αντοχές. Σκοπός των μπλόκων ήταν ν’ αποδυναμώσουν το αντιστασιακό κίνημα, να εξασθενήσουν την επιρροή του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ στο λαό, να στρέψουν τους πολίτες ενάντια στην οργανωμένη αντίσταση. Τα μπλόκα αποδείχτηκε πως ήταν ισοδύναμα των αντίποινων, μια συστηματική μέθοδος εκφοβισμού του λαού σε πανελλήνιο επίπεδο. Η Μάχη της Κοκκινιάς και το Μπλόκο είναι τα δυο κορυφαία ιστορικά γεγονότα της πόλης την περίοδο της Κατοχής.[1] [1] Βαμβακάς Μ., Ζέρβας Θ., κ.ά, Το Μπλόκο της Κοκκινιάς, Δήμος Νίκαιας 2004, σ. 17-25. Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ 4-8 Μάρτη 1944 Στον αγώνα που διεξάγει ο λαός κατά των Γερμανών κατακτητών, η πάλη της Αθήνας, του Πειραιά και των συνοικιών παίζει κυρίαρχο κι αποφασιστικό ρόλο. Ως το Σεπτέμβρη του 1943 ο αγώνας των πόλεων εκδηλώνεται με σαμποτάζ, απεργίες και μαζικές διαδηλώσεις. Μετά το Σεπτέμβρη του 1943 ή ένταση, το βάθος κι ο συνειδητός χαρακτήρας του αγώνα τρομάζουν τον κατακτητή και προκαλούν την έντονη αντίδραση των Γερμανών και των συνεργατών τους. Το 1944 βρίσκει την Αθήνα, τον Πειραιά και τις συνοικίες σε μια -διαρκώς εντεινόμενη- εμπόλεμη κατάσταση.[1] Οι εργατικές κινητοποιήσεις της Κοκκινιάς επιδεικνύουν ένα ιδιαιτέρως αγωνιστικό πνεύμα, εξαιτίας της εργατικής σύνθεσης της πόλης, της οποίας ο αγώνας έχει ως κύρια χαρακτηριστικά τη μαζικότητα και την οργανωμένη αντίσταση. Οι Γερμανοί γνώριζαν πως χτυπώντας την Κοκκινιά θα έπλητταν ολόκληρο το αγωνιστικό κίνημα. Για το λόγο αυτό η Μάχη της Κοκκινιάς είναι η πρώτη μεγάλη μάχη που δόθηκε σε πόλη.[2] Από τις 4 έως τις 8 Μάρτη 1944 η Κοκκινιά, η προσφυγούπολη του Πειραιά, βίωσε κάποιες από τις πιο τραγικές μέρες της πολύχρονης ιστορίας της. Γερμανικές δυνάμεις σε συνεργασία με χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες θέτουν στο στόχαστρό τους την πόλη, η οποία αντιστέκεται πεισματικά με πρωτεργάτες το 6ο Ανεξάρτητο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, τα μέλη του ΕΑΜ, τους αγωνιστές της ΕΠΟΝ και -κυρίως- τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού της Κοκκινιάς. Στο πρόσωπο της πόλης που ανάθρεψε πλήθος ανταρτών και διέθετε ένα οργανωμένο αντιστασιακό κίνημα επιχειρήθηκε από τους Ναζί και τους συνεργάτες τους να καμφθεί το αντιστασιακό φρόνημα του Ελληνικού λαού, που πάλευε για εθνική απελευθέρωση, διεκδικώντας ταυτοχρόνως να στρέψει προς όφελός του τις μελλοντικές πολιτικές εξελίξεις.[3] ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ Σάββατο 4 Μάρτη 1944. Χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες προσπαθούν να εισβάλουν από δυο διαφορετικά σημεία στην πόλη, αλλά μετά από πολύωρες συγκρούσεις αναχαιτίζονται από τους αγωνιστές του ΕΛΑΣ, οι οποίοι το ίδιο βράδυ συγκαλούν κοινή σύσκεψη ΕΑΜιτών κι ΕΛΑΣιτών στην Κοκκινιά κι αποφασίζουν γενική επιφυλακή κι ενημέρωση του λαού της πόλης.[4] Κυριακή 5 Μάρτη 1944. Οι Κοκκινιώτες απαντούν με μεγαλειώδες συλλαλητήριο κατά της τρομοκρατίας στην πλατεία του Αγίου Νικολάου. Παράλληλα απαιτούν συσσίτιο για τα παιδιά. Στο τέλος του συλλαλητηρίου η πόλη δέχεται πολυμέτωπη επιδρομή, για να καταλήξει -μετά από αιματηρές μάχες- στην οπισθοχώρηση των Γερμανών και των ντόπιων συνεργατών τους.[5] Δευτέρα 6 Μάρτη 1944. Ο Πειραιάς ξυπνά με μαζική πανεργατική απεργία κατά της τρομοκρατίας του λαού της Κοκκινιάς. Η συμμετοχή κι η αλληλεγγύη των εργατών και του λαού προς τους Κοκκινιώτες αγωνιστές είναι καθολική. Η πόλη δέχεται σχεδιασμένη επιδρομή, που καταλήγει -μετά την αιματοχυσία- σε άτακτη φυγή των φασιστών.[6] Τρίτη 7 Μάρτη 1944. Οι επιθέσεις των Γερμανών εντείνονται. Ο πολιορκητικός κλοιός στενεύει ασφυκτικά γύρω απ’ την πόλη. Τα ξημερώματα εντοπίζονται γερμανοτσολιάδες στην οδό Θηβών. Η σάλπιγγα του ΕΛΑΣ σημαίνει στις 6.00΄ γενική επίθεση του λαϊκού στρατού. Γίνονται μάχες σώμα με σώμα για την κατάληψη του κάθε δρόμου. Μέχρι τις 11.00΄ η αντίστασή του ΕΛΑΣ έχει καμφθεί, λόγω της έλλειψης πυρομαχικών. Τότε παίρνεται απόφαση για γενική αντεπίθεση με όσα πυρομαχικά έχουν απομείνει και δίνεται εντολή -αν χρειαστεί- να δοθεί μάχη με τις πέτρες ή με τα χέρια. Ο ανεφοδιασμός από τις γύρω περιοχές είναι αδύνατος, αφού η Κοκκινιά κυκλώνεται από -περίπου- 1800 Ναζί. Οι Γερμανοί διανυκτερεύουν στην πόλη.[7] Τετάρτη 8 Μάρτη 1944. Οι Ναζί κι οι ντόπιοι συνεργάτες τους ξημερώνονται ταμπουρωμένοι στο δημοτικό σχολείο, που βρίσκεται επί των οδών Γρεβενών και Ραιδεστού, ενώ περιμετρικά τους φρουρούν οπλοπολυβόλα. Κατά τη διάρκεια της νύχτας κάνουν επιδρομές στην πόλη, τρομοκρατούν και συλλαμβάνουν τους Κοκκινιώτες, ερευνώντας εξονυχιστικά τα σπίτια για μαχητές του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ. Με εκφοβιστικές ανακοινώσεις από τα δικά τους πλέον “χωνιά” επιχειρούν -μάταια- να στρέψουν τον Κοκκινιώτικο λαό κατά του ΕΛΑΣ, του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ. Δηλώνουν ότι δεν θα πειράξουν κανέναν εάν δεν τους επιτεθεί ο ΕΛΑΣ, αποκαλύπτοντας το αίσθημα φοβίας κι ανασφάλειας που βιώνουν οι ίδιοι μες στην αντιστασιακή φωλιά της Κοκκινιάς. Το ίδιο πρωί οι ταγματασφαλίτες εκτελούν τους συλληφθέντες της 5ης Μάρτη 1944 στην πλατεία των Αγίων Αναργύρων. Αργά το απόγευμα οι Ναζί αποχωρούν από την Κοκκινιά με την κουστωδία τους, μεταφέροντας 300 αιχμάλωτους στο Χαϊδάρι. Ο λαός ανασαίνει προσωρινά με την αποχώρηση του κατακτητή κι εξακολουθεί τον αγώνα ως το επόμενο μεγάλο χτύπημα, το περιβόητο μπλόκο της πόλης που πραγματοποιείται στις 17 Αυγούστου 1944, 5 μήνες μετά.[8] Ο Γ. Πισσάνος -διοικητής και καπετάνιος του 3ου Τάγματος του ΕΛΑΣ- χαρακτήρισε την 7η Μάρτη 1944 σημαντική ημέρα δόξας για την Κοκκινιά, γιατί αυτήν την ημέρα η πόλη σφράγισε την αντιστασιακή ιστορία της. Στην έκθεση του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ αναφέρεται, επίσης, πως ήσαν απερίγραπτοι οι ηρωισμοί των μαχητών. Εκείνο, όμως, που δημιούργησε δέος και ξεπέρασε κάθε προσδοκία ήταν η συμμετοχή του λαού (ανδρών, γυναικών, εφήβων ακόμα και των παιδιών). Τρέχανε να συνδράμουν τους τραυματίες, να βρουν φυσίγγια, οπλίζονταν και ζητούσαν να οργανωθούν άμεσα στον ΕΛΑΣ. Στήριξαν την αντίσταση με απαράμιλλο θάρρος, αίσθημα ευθύνης, αυτοθυσία και ψυχική γενναιότητα.[9] Οι Γερμανοί κι οι ντόπιοι συνεργάτες τους δεν κατόρθωσαν να πατήσουν ξανά -οργανωμένα- το πόδι τους στην Κοκκινιά μέχρι την 17η Αυγούστου, τη μέρα που η πόλη ζει την κορυφαία στιγμή της αιματοχυσίας της, το ιστορικό Μπλόκο της Κοκκινιάς. Το “Μπλόκο” ήταν -μεταξύ άλλων- η εκδικητική κατάληξη του δράματος της 7ης Μάρτη, τ’ αντίποινα των Γερμανών για την ήττα που υπέστησαν στη Μάχη της Κοκκινιάς. [1] Ψηφιακό Ηλεκτρονικό Αρχείο της ΕΡΤ. [2] Στο ίδιο. [3] Βαμβακάς Μ, Ζέρβας Θ., κ.ά., Το Μπλόκο της Κοκκινιάς, ό. π., σ. 28, 42. [4] Βαμβακάς Μ, Ζέρβας Θ., κ.ά., Το Μπλόκο της Κοκκινιάς, ό. π., σ. 29. [5] Στο ίδιο, σ. 30. [6] Στο ίδιο, σ. 31-32. [7] Στο ίδιο, σ. 33-35 [8] Στο ίδιο, σ. 38. [9] Στο ίδιο, σ. 39.

ΤΟ ΜΠΛΟΚΟ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ
Πέμπτη 17 Αυγούστου 1944
No Comments